- ἐνουσιόομαι
- ἐνουσι-όομαι,A acquire substance,
τῇ φύσειτῆς γῆς Dam.Pr.74
, cf. 81; ὁ τοῦ χρόνου λόγος ἀΐδιος [φύσει] ἐνουσιωμένος Id. ap. Simp.in Ph.780.5.II subsist in,ὁ τοῖς λογικοῖς γένεσιν ἐνουσιωμένος ὅρκος Hierocl.in CA2p.422M.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.