ἐνουσιόομαι

ἐνουσιόομαι
ἐνουσι-όομαι,
A acquire substance,

τῇ φύσειτῆς γῆς Dam.Pr.74

, cf. 81; ὁ τοῦ χρόνου λόγος ἀΐδιος [φύσει] ἐνουσιωμένος Id. ap. Simp.in Ph.780.5.
II subsist in,

ὁ τοῖς λογικοῖς γένεσιν ἐνουσιωμένος ὅρκος Hierocl.in CA2p.422M.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ἐνουσιωμένῳ — ἐνουσιόομαι acquire substance pres part mp masc/neut dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνουσιώθη — ἐνουσιόομαι acquire substance aor ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνουσιωμένα — ἐνουσιωμένᾱ , ἐνουσιόομαι acquire substance pres part mp fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐνουσιωμένᾱ , ἐνουσιόομαι acquire substance pres part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”